«Στα ψιλά» πέρασε στον ελληνικό τύπο η φετινή 81η επέτειος της ιστορικής Διάσκεψης του Πότσνταμ που έλαβε χώρα το διάστημα από 17 Ιουλίου έως 2 Αυγούστου 1945 ανάμεσα σε Στάλιν, Τρούμαν και Τσώρτσιλ, τον οποίο στη συνέχεια διαδέχθηκε κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης ο Άτλι που είχε στο μεταξύ εκλεγεί ως νέος πρωθυπουργός στις 26 Ιουλίου 1945.
Λίγα χιλιόμετρα λοιπόν από το Βερολίνο, ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία στο πλαίσιο της Διάσκεψης του Πότσνταμ καθόρισαν πέραν των άλλων ότι η ναζιστική Γερμανία όφειλε να καταβάλλει πολεμικές επανορθώσεις-αποζημιώσεις στις δικαιούμενες χώρες μεταξύ των οποίων ήταν και η Ελλάδα.
Στη συνέχεια η Συμφωνία Ειρήνης των Παρισίων του 1946 επιδίκασε ποσό 7.181.00.0000 δολαρίων ΗΠΑ έτους 1938 στην Ελλάδα για πολεμικές επανορθώσεις πέραν του ποσού που η Πατρίδα μας δικαιούται για την εξόφληση του αναγκαστικού κατοχικού δανείου.
Έκτοτε η Δυτική Γερμανία και εν συνεχεία η ενωμένη Γερμανία αρνείται προκλητικά όχι μόνο την καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων-αποζημιώσεων αλλά και την εξόφληση του αναγκαστικού κατοχικού δανείου.
Μάλιστα ενδεικτικό του κυνισμού της γερμανικής πλευράς, είναι το παρακάτω απόσπασμα από την εισήγηση του Γερμανού πρέσβη στην Αθήνα προς την κυβέρνησή του το 1969 στο οποίο τονίζεται:
«Με την υποστήριξη των Αμερικανών φίλων μας κατορθώσαμε να παραπέμψουμε στις ελληνικές καλένδες τις από τη Συμφωνία του Λονδίνου προβλεπόμενες τεράστιες επανορθώσεις για κράτη εχθρικά, έως ότου υπογραφεί η ειρηνευτική συμφωνία, παρηγορώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τους αντιπάλους μας στον τελευταίο πόλεμο. (…) Θα ήταν προς το συμφέρον μας να διατηρήσουμε αυτή την ενδιάμεση κατάσταση όσο γίνεται περισσότερο, έτσι ώστε οι αξιώσεις των τότε αντιπάλων μας είτε να αποσυρθούν είτε να παραγραφούν. Με άλλα λόγια: δεν πρέπει να ξυπνήσουμε τους σκύλους που κοιμούνται» (σελ. 20 της Έκθεσης της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών).
Όμως παρά τις 3 ρηματικές διακοινώσεις που έγιναν από την Ελλάδα το 1995, το 2019 και το 2020 προς τη Γερμανία με τις οποίες ζητήθηκε να αρχίσουν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών για το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων και ειδικότερα για το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, μέχρι σήμερα και εντελώς προκλητικά η Γερμανία ισχυρίζεται ότι δήθεν το θέμα των πολεμικών επανορθώσεων έχει κλείσει, παρότι είναι δεδομένο και δεν αμφισβητείται ότι οι ελληνικές απαιτήσεις για τις γερμανικές πολεμικές επανορθώσεις και το κατοχικό δάνειο είναι «νομικά ενεργές και δικαστικά επιδιώξιμες».
Με δεδομένη την άρνηση της Γερμανίας να προβεί στην εξόφληση των γερμανικών αποζημιώσεων-επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου η κυβέρνηση οφείλει να προχωρήσει αποφασιστικά στη δικαστική διεκδίκηση των εν λόγω οφειλών προσφεύγοντας στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο.
Επιπλέον οφείλει να προχωρήσει στην εγγραφή των γερμανικών αποζημιώσεων στον κρατικό προϋπολογισμό 2027 και στην τιτλοφόρηση του κατοχικού δανείου, όπως έχω προτείνει αναλυτικά ήδη από το 2011 στο βιβλίο μου «Το Μνημόνιο της χρεωκοπίας και ο άλλος δρόμος» (Εκδόσεις Λιβάνη, σελ.552-566).
Στο πλαίσιο αυτό είχα επισημάνει ότι η Πατρίδα μας προκειμένου να πιέσει αποφασιστικά τη Γερμανία να εξοφλήσει τις Οφειλές της έναντι της Ελλάδας θα πρέπει πέραν των άλλων να προβεί και σε δύο επιπλέον ενέργειες.
Στην εγγραφή των γερμανικών αποζημιώσεων στον Κρατικό Προϋπολογισμό και στην τιτλοποίηση του αναγκαστικού κατοχικού δανείου.
Επομένως σε πρώτη φάση η κυβέρνηση οφείλει να εγγράψει το «αντίστοιχο γερμανικό χρέος προς την Ελληνική Δημοκρατία» στις ανείσπρακτες οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο και κατ΄ επέκταση στον κρατικό προϋπολογισμό, αφού πρόκειται για άμεσα απαιτητό ληξιπρόθεσμο χρέος. Στη συνέχεια θα πρέπει να δοθεί σχετική εντολή από το Υπουργείο Οικονομικών στην ΑΑΔΕ να προβεί σε άμεσες ενέργειες για την είσπραξή του εν λόγω ληξιπρόθεσμου γερμανικού χρέους.
Η εγγραφή στον κρατικό προϋπολογισμό του «αντίστοιχου γερμανικού χρέους προς την Ελληνική Δημοκρατία» θα έχει ως αποτέλεσμα ο προϋπολογισμός της χώρας μας να μεταβληθεί σε πλεονασματικό.
Ταυτόχρονα θα δημιουργηθεί πρόβλημα στη Γερμανία καθώς οι αγορές θα θεωρήσουν ότι τελικά το δημόσιο χρέος της Γερμανίας είναι πολύ μεγαλύτερο απ΄ αυτό που παρουσιάζεται επισήμως από το Βερολίνο με αποτέλεσμα την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού του γερμανικού δημοσίου.
Σε κάθε περίπτωση για την Ελλάδα το ζήτημα της διεκδίκησης των γερμανικών αποζημιώσεων αποτελεί ένα επίκαιρο όσο ποτέ θέμα για το οποίο οφείλουμε να εντείνουμε τις προσπάθειές μας.
Από την πλευρά μου κατά την διάρκεια της βουλευτικής μας θητείας ως βουλευτής Ηρακλείου το διάστημα 2012-2014 είχα την ευκαιρία στη συζήτηση του κρατικού προϋπολογισμού τόσο για το έτος 2013 όσο και για το έτος 2014 να θέσω μετ΄ επιτάσεως τόσον εγγράφως όσο και προφορικώς το ζήτημα της εγγραφής των γερμανικών αποζημιώσεων στον κρατικό προϋπολογισμό των εν λόγω ετών.
Επίσης ο Υπουργός Δικαιοσύνης οφείλει να δώσει άδεια για την εν Ελλάδι εκτέλεση της υπ΄ αρίθμ. 137/25-9-1997 αμετάκλητης Απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λειβαδιάς με την οποία επιδικάστηκαν αποζημιώσεις για τα θύματα της σφαγής του Διστόμου από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής τον Ιούνιο του 1944.
Ογδόντα ένα λοιπόν ολόκληρα χρόνια από την ιστορική Διάσκεψη του Πότσνταμ ο αγώνας για τις Γερμανικές Αποζημιώσεις πρέπει να συνεχιστεί ακόμη πιο δυναμικά και αποφασιστικά.
Οψόμεθα λοιπόν ενόψει του κρατικού προϋπολογισμού 2027.


