Ο Νότης Μαριάς μιλά στο «Ε» για τη συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών, τα πρότυπα ασφάλειας, τις επιπτώσεις στους αγρότες και τις ισορροπίες ισχύος σε ΕΕ και Λατινική Αμερική.
Ποιοι κερδίζουν από τη διεύρυνση των εμπορικών εταίρων της ΕΕ και ποιοι πληρώνουν το τίμημα; Η εικόνα για Ευρώπη και Ελλάδα, με αριθμούς και παραδείγματα.
Για τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur και τα διλήμματα που ανοίγει για την ευρωπαϊκή οικονομία, την αγροτική παραγωγή και την προστασία του καταναλωτή, μίλησε ο πρώην ευρωβουλευτής, καθηγητής Θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, Νότης Μαριάς. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο «Ε», ο κ. Μαριάς, μίλησε για τη δυναμική της κοινής αγοράς της Λατινικής Αμερικής, τα κίνητρα των Βρυξελλών και τις γεωοικονομικές ισορροπίες με ΗΠΑ και Κίνα, τους κλάδους που αναμένεται να κερδίσουν, αλλά και για εκείνους που, όπως υποστηρίζει, θα βρεθούν στην πρώτη γραμμή των απωλειών.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην Ελλάδα, τόσο ως προς το εμπορικό ισοζύγιο στα αγροτικά προϊόντα όσο και ως προς το αν μπορούν να σταθούν αγρότες και κτηνοτρόφοι σε ένα περιβάλλον εντεινόμενου ανταγωνισμού. Παράλληλα, θέτει ζητήματα προδιαγραφών, ελέγχων και «αθέμιτου ανταγωνισμού», ενώ σχολιάζει και τις πολιτικές εξελίξεις που, όπως λέει, «παγώνουν» τη συμφωνία για ένα διάστημα.
Κύριε Μαριά, μιλήστε μας λίγο πρώτα για την Mercosur. Τι είναι; Ποια κράτη τη συγκροτούν και ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι της ως εμπορικής ένωσης;
Η Mercosur είναι ένας διεθνής οργανισμός συγκρότησης μιας κοινής αγοράς 270 εκατομμυρίων καταναλωτών μεταξύ της Βραζιλίας, της Αργεντινής, της Ουρουγουάης και της Παραγουάης. Μέλος της Mercosur ήταν και η Βενεζουέλα πλην όμως η συμμετοχή της ανεστάλη τον Δεκέμβριο του 2016. Επίσης, στην Mercosur πρόκειται να ενταχθεί και η Βολιβία στο βαθμό που εγκριθεί από τα υπόλοιπα κράτη μέλη η προσχώρησή της που εκκρεμεί από το 2024. Αυτή λοιπόν η κοινή αγορά της Λατινικής Αμερικής είναι η 6η μεγαλύτερη οικονομία εκτός της ΕΕ με ετήσιο ΑΕΠ 2,7 τρισεκατομμύρια ευρώ.
Ποιο είναι το σκεπτικό της ΕΕ που την κάνει να επιδιώκει συνεργασία με μια ακόμα αδασμολόγητη αγορά που δεν ανήκει στην ευρωπαϊκή οικονομική κοινότητα;
Οι δασμοί Τραμπ και ο εμπορικός ανταγωνισμός της ΕΕ με τις ΗΠΑ και την Κίνα έφεραν πλέον πιο κοντά την ΕΕ με τις χώρες της Mercosur. Έτσι σύμφωνα με δηλώσεις της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλας φον ντερ Λάιεν, η ΕΕ δεν θα πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στο εμπόριο της με τις ΗΠΑ αλλά αντίθετα θα πρέπει να προχωρήσει σε διαφοροποίηση του εμπορίου της βάζοντας στο παιχνίδι και άλλους εμπορικούς εταίρους, ανοίγοντας τις πόρτες της προς τις ταχέως αναπτυσσόμενες αγορές σε όλον τον κόσμο. Άλλωστε, η ΕΕ έχει ήδη συνάψει εμπορικές συμφωνίες με 76 χώρες και πρόσφατα ολοκλήρωσε εμπορικές συμφωνίες με το Μεξικό, την Ελβετία, τη Νότια Κορέα, ενώ αναμένεται να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις ελευθέρων συναλλαγών με την Ινδονησία, τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες. Είναι λοιπόν προφανές ότι οι Βρυξέλλες αναζητούν σανίδα σωτηρίας στις εμπορικές τους σχέσεις με τις διάφορες αναπτυσσόμενες χώρες συνάπτοντας συμφωνίες ελευθέρων συναλλαγών χωρίς βέβαια να ενδιαφέρονται για τις δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που θα έχουν οι συμφωνίες αυτές κυρίως για τους ευρωπαίους αγρότες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ).

Ποια είναι κατά τη εκτίμησή σας τα βασικά οφέλη και οι βασικοί κίνδυνοι για την ΕΕ και την Ελλάδα με αυτήν την συμφωνία;
Σύμφωνα με στοιχεία της Κομισιόν, η Ε.Ε. είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εταίρος της Mercosur στο εμπόριο αγαθών, μετά την Κίνα και μπροστά από τις ΗΠΑ. Η ΕΕ αντιπροσώπευε το 16,9% του συνολικού εμπορίου της Mercosur το 2023, ενώ η Mercosur ήταν ο δέκατος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ. Το 2023, οι εξαγωγές της ΕΕ προς τις τέσσερις χώρες της Mercosur ανήλθαν σε 55,7 δισ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές της στην ΕΕ ανήλθαν συνολικά σε 53,7 δισ. ευρώ.
Οι μεγαλύτερες εξαγωγές της Mercosur προς την ΕΕ το 2023 ήταν ορυκτά προϊόντα (29,6% των συνολικών εξαγωγών), τρόφιμα, ποτά και καπνός (19,2%), και φυτικά προϊόντα (17,9%). Οι εξαγωγές της Ε.Ε. προς τη Mercosur περιλαμβάνουν μηχανήματα και συσκευές (26,7% των συνολικών εξαγωγών), χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα (25%) και εξοπλισμό μεταφορών (11,9%). Η ΕΕ εξήγαγε υπηρεσίες ύψους 28,2 δισ. ευρώ στη Mercosur, ενώ η Mercosur εξήγαγε υπηρεσίες αξίας 12,3 δισ. ευρώ στην Ε.Ε. το 2022. Τέλος, το συσσωρευμένο απόθεμα επενδύσεων της ΕΕ έχει αυξηθεί από 130 δισ. ευρώ το 2000 σε 384,7 δισ. ευρώ το 2022.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από τη Συμφωνία θα επωφεληθεί ο ευρωπαϊκός βιομηχανικός βορράς και θα υποστεί απώλειες ο ευρωπαϊκός αγροτικός νότος.
Ειδικότερα με την αδασμολόγητη εισαγωγή των αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων της Mercosur στην ΕΕ θα πληγεί το εισόδημα των ευρωπαίων αγροτών καθώς τα προϊόντα της Mercosur μη τηρώντας τα αυστηρά ευρωπαϊκά πρότυπα (standards) σε σχέση με την περιβαλλοντική προστασία, την προστασία της υγείας των καταναλωτών και την ευζωία των εκτρεφόμενων ζώων έχουν χαμηλότερα κόστη παραγωγής και συνακόλουθα χαμηλότερες τιμές πώλησης με αποτέλεσμα να δημιουργείται έτσι ένας αθέμητος ανταγωνισμός κατά των ευρωπαϊκών αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων.
Γιατί προχωρούν επιλεκτικά τέτοιου τύπου συμφωνίες με τη Mercosur και όχι με άλλες αγορές όπως π.χ. Κίνας, Ρωσίας, Αραβικών κρατών κλπ.;
Στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και προκειμένου οι Βρυξέλλες να προωθήσουν την εξαγωγή των βιομηχανικών προϊόντων του ευρωπαϊκού βορρά στις παγκόσμιες αγορές και κυρίως στις αναπτυσσόμενες αγροτικές χώρες δέχθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ως αντιστάθμισμα την κατάργηση της αρχής της κοινοτικής προτίμησης και την απελευθέρωση των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων τρίτων χωρών στην ΕΕ με αποτέλεσμα να οξυνθούν τα προβλήματα των αγροτών του φτωχοποιημένου ευρωπαϊκού νότου. Επομένως σε μεγάλο βαθμό τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαίοι αγρότες είναι αποτέλεσμα του αλόγιστου ανοίγματος της ευρωπαϊκής οικονομίας στις αθρόες εισαγωγές αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από τρίτες χώρες.
Σε επίπεδο προδιαγραφών, πόσο συγκρίσιμα είναι τα πρότυπα ποιότητας, ασφάλειας τροφίμων, περιβάλλοντος και εργασίας στις χώρες της Mercosur με τα αντίστοιχα της ΕΕ;
Ήδη από τις 16 Οκτωβρίου 2024 είχε έρθει στη δημοσιότητα σχετική Έκθεση της ίδιας της Κομισιόν αναφορικά με τους αυξημένους κινδύνους για την υγεία των καταναλωτών μιας και οι μηχανισμοί ελέγχου και τήρησης των ευρωπαϊκών προδιαγραφών κατά της χρήσης απαγορευμένων φυτοφαρμάκων, αντιβιοτικών και ορμονών που λειτουργούν στις χώρες της Mercosur δεν είναι επαρκείς. Ειδικότερα όπως προκύπτει από την εν λόγω Έκθεση της Κομισιόν (DG(SANTE) 2024-8087) μετά από έρευνα που έγινε στη Βραζιλία το διάστημα από 27 Μαΐου 2024 έως 14 Ιουνίου 2024 διαπιστώθηκε ότι ο κατάλογος των ορμονών που έχει εγκριθεί για χρήση στα βοοειδή στη Βραζιλία, περιλαμβάνει οιστραδιόλη 17β, η οποία απαγορεύεται στην ΕΕ να χρησιμοποιείται για ζωοτεχνικούς σκοπούς σε ζώα από τα οποία παράγονται τρόφιμα. Επιπλέον στην ίδια Έκθεση τονίζεται ότι υπάρχουν 23 κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν οιστραδιόλη 17β και τα οποία είναι εγκεκριμένα στη Βραζιλία για ζωοτεχνική χρήση. Μάλιστα στις ετικέτες τους δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε βοοειδή, το κρέας των οποίων προορίζεται για την αγορά της ΕΕ. Θα πρέπει να σημειωθεί δε ότι η οιστραδιόλη 17β έχει συνδεθεί με την ανάπτυξη και την εξέλιξη διαφόρων τύπων καρκίνων.
Γνωρίζουμε τα προϊόντα τους σε τί ποσοστό θα υποκαθιστούν τα δικά μας και τα προϊόντα της Ε.Ε.;
Για την Ελλάδα θα μπορούσα να σας πω ότι εμείς σαν χώρα το 2024 κάναμε εξαγωγές αγροτικών προϊόντων ύψους 34,5 εκατ. ευρώ ενώ εισάγαμε αγροτικά προϊόντα από Mercosur ύψους 452,1 εκατ. ευρώ. Είναι προφανές ότι στην πορεία η δυσμενής αυτή κατάσταση θα συνεχιστεί και θα διευρυνθεί το εμπορικό έλλειμμα στον τομέα των αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. Ειδικότερα αναμένεται να πληγούν το μέλι, το ρύζι, ο αραβόσιτος, τα πουλερικά, τα βοοειδή, το κρασιά, το επιτραπέζιο σταφύλι, η βρώσιμη ελιά, τα λεμόνια, το αβοκάντο και άλλα προϊόντα.
Συνολικά, ποια πλευρά αναμένεται να ωφεληθεί περισσότερο οικονομικά (ΕΕ ή Mercosur) και ποιοι κλάδοι/ομάδες μέσα σε κάθε πλευρά;
Σε σχέση με την Ελλάδα θα πληγούν οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι και η υγεία των καταναλωτών, ενώ κέρδος αναμένεται να έχουν οι θαλάσσιες μεταφορές και οι Έλληνες εφοπλιστές. Άλλωστε σήμερα στον τομέα των υπηρεσιών και ειδικότερα των μεταφορών το εμπόριο υπηρεσιών Ελλάδας-Mercosur είναι πλεονασματικό για την Ελλάδα και ανέρχεται σε 1,5 δισ. ευρώ. Σε επίπεδο ΕΕ θα επωφεληθούν οι αυτοκινητοβιομηχανίες, οι βιομηχανίες χημικών και οι φαρμακευτικές και θα πληγούν βέβαια οι ευρωπαίοι αγρότες και κτηνοτρόφοι. Επιπλέον με τη συμφωνία ΕΕ-χωρών Mercosur οι ευρωπαϊκοί επιχειρηματικοί όμιλοι αποκτούν πλήρη ελευθερία κινήσεων στις εν λόγω χώρες οι οποίες είναι σημαντικές για τη στήριξη της εφοδιαστικής αλυσίδας της ΕΕ με κρίσιμες πρώτες ύλες καθώς η Αργεντινή (μαζί με τη Βολιβία που πάντως δεν συμμετέχει στη συμφωνία) κατέχουν το 43% των παγκόσμιων αποθεμάτων λιθίου που είναι απαραίτητο για την πράσινη μετάβαση, ενώ η Βραζιλία διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα κρίσιμων πρώτων υλών στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων γραφίτη, μετάλλων σπάνιων γαιών και φωσφορικών πετρωμάτων
Εξυπηρετείται πρωτίστως ο καταναλωτής (τιμές/ποικιλία), ή κυρίως συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα/αλυσίδες αξίας;
Ιδίως στην Ελλάδα οι χαμηλές τιμές των αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων της Mercosur δύσκολα θα φανούν στο ράφι καθώς το χαμηλότερο κόστος τους θα ενθυλακωθεί από τους μεγαλοεισαγωγείς, τους χοντρέμπορους και την εφοδιαστική αλυσίδα γενικότερα μιας και στην χώρα μας είναι γνωστή η λειτουργία των διαφόρων καρτέλ, η έλλειψη ανταγωνισμού αλλά και πλημμελείς κρατικοί έλεγχοι.
Πώς εξηγείται το γεγονός ότι ενώ όλος ο πανευρωπαϊκός αγροτικός κόσμος αντιδρά σε αυτό, οι κυβερνώντες είναι ανυποχώρητοι σε αυτό;
Είναι σαφές ότι το διευθυντήριο των Βρυξελλών και η πολιτική ελίτ των κυβερνήσεων των χωρών της ΕΕ έχουν επιλέξει την φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και το άνοιγμα των αγορών και δεν προτίθενται να αλλάξουν ρώτα παρά τις αντιδράσεις των ευρωπαίων αγροτών. Όμως η απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου να παραπέμψει τη Συμφωνία της Mercosur στο Δικαστήριο της ΕΕ για γνωμοδότηση είναι μια νίκη των ίδιων των αγροτών της Ευρώπης καθώς παγώνει η Συμφωνία της Mercosur τουλάχιστον για ένα-δύο χρόνια.
Ειδικά για την Ελλάδα: μπορεί ο αγροκτηνοτροφικός τομέας να επιβιώσει/ανταγωνιστεί υπό αυτές τις συνθήκες; Τι μέτρα θα έπρεπε να διεκδικηθούν (π.χ. ρήτρες προστασίας, ενισχύσεις, αυστηρότεροι έλεγχοι, σήμανση, αντισταθμιστικά);
Θεωρώ εξαιρετικά δύσκολο να αντέξει στον επικείμενο σκληρό ανταγωνισμό ο αγροτοκτηνοτροφικός τομέας στη χώρα μας. Οι ρήτρες προστασίας αφορούν κυρίως τα ΠΟΠ, όπως είναι η φέτα αλλά και στο τομέα αυτόν η προστασία δεν είναι άμεση καθώς υπάρχει 7ετής μεταβατική περίοδος προσαρμογής των χωρών της Mercosur. Σε σχέση με τα αντισταθμιστικά θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Ιταλός Υπουργός Γεωργίας Francesco Lollobrigida σε δηλώσεις του στις 6 Ιανουαρίου 2026 αποκάλυψε ότι από το πακέτο των 45 δισ. ευρώ που ανακοίνωσε η φον ντερ Λάιεν προκειμένου να χρυσώσει το χάπι στους ευρωπαίους αγρότες για τη Mercosur, η Ρώμη εξασφάλισε 10 δισ. ευρώ, δηλαδή το 22%. Η Ελλάδα άραγε τι ποσό πήρε; Γιατί επ΄ αυτού η κυβέρνηση τηρεί σιγήν ιχθύος.


